Μετάβαση στο περιεχόμενο

εγγύηση

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ἐγγύησις

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγγύηση οι εγγυήσεις
      γενική της εγγύησης* των εγγυήσεων
    αιτιατική την εγγύηση τις εγγυήσεις
     κλητική εγγύηση εγγυήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εγγυήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εγγύηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγγύη(σις) + -ση < ἐγγύη & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική garantie η από την αγγλική guaranty[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eŋˈɟi.i.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός : εγ‐γύ‐η‐ση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εγγύηση θηλυκό

  1. υλική, ηθική ή άλλη εξασφάλιση για την τήρηση των συμφωνηθέντων
    ※  Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)
  2. γραπτή απόδειξη καλής λειτουργίας ή ποιότητας ενός πωλουμένου αγαθού
  3. διαβεβαίωση

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]