αποφεύγω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αποφεύγω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποφεύγω (αρχαία σημασία: ξεφεύγω).[1] Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + φεύγω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.poˈfe.vɣo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐πο‐φεύ‐γω
Ρήμα
[επεξεργασία]αποφεύγω, αόρ.: απέφυγα, παθ.φωνή: αποφεύγομαι, π.αόρ.: αποφεύχθηκα
- προσπαθώ να κρατηθώ μακριά από κάποιον ή κάτι ενοχλητικό
- ※ Την επόμενη φορά που συναντιόμασταν στην παρέα, αυτοί που είχαν φάει τη χυλόπιτα, συνήθως με απέφευγαν ή κάθονταν με κατεβασμένο το κεφάλι, ως ένοχοι σ' ένα αόρατο εδώλιο. Είχαν επίγνωση της δοκιμασίας που υπέστησαν, αλλά αγνοούσαν, ευτυχώς, τη δική μου δοκιμασία. (Δημήτρης Τσαλίδης, Το σπίτι με τις Χήρες: μυθιστόρημα, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 67)
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αποφεύγω | απέφευγα | θα αποφεύγω | να αποφεύγω | αποφεύγοντας | |
| β' ενικ. | αποφεύγεις | απέφευγες | θα αποφεύγεις | να αποφεύγεις | απόφευγε | |
| γ' ενικ. | αποφεύγει | απέφευγε | θα αποφεύγει | να αποφεύγει | ||
| α' πληθ. | αποφεύγουμε | αποφεύγαμε | θα αποφεύγουμε | να αποφεύγουμε | ||
| β' πληθ. | αποφεύγετε | αποφεύγατε | θα αποφεύγετε | να αποφεύγετε | αποφεύγετε | |
| γ' πληθ. | αποφεύγουν(ε) | απέφευγαν αποφεύγαν(ε) |
θα αποφεύγουν(ε) | να αποφεύγουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | απέφυγα | θα αποφύγω | να αποφύγω | αποφύγει | ||
| β' ενικ. | απέφυγες | θα αποφύγεις | να αποφύγεις | απόφυγε | ||
| γ' ενικ. | απέφυγε | θα αποφύγει | να αποφύγει | |||
| α' πληθ. | αποφύγαμε | θα αποφύγουμε | να αποφύγουμε | |||
| β' πληθ. | αποφύγατε | θα αποφύγετε | να αποφύγετε | αποφύγτε | ||
| γ' πληθ. | απέφυγαν αποφύγαν(ε) |
θα αποφύγουν(ε) | να αποφύγουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω αποφύγει | είχα αποφύγει | θα έχω αποφύγει | να έχω αποφύγει | ||
| β' ενικ. | έχεις αποφύγει | είχες αποφύγει | θα έχεις αποφύγει | να έχεις αποφύγει | ||
| γ' ενικ. | έχει αποφύγει | είχε αποφύγει | θα έχει αποφύγει | να έχει αποφύγει | ||
| α' πληθ. | έχουμε αποφύγει | είχαμε αποφύγει | θα έχουμε αποφύγει | να έχουμε αποφύγει | ||
| β' πληθ. | έχετε αποφύγει | είχατε αποφύγει | θα έχετε αποφύγει | να έχετε αποφύγει | ||
| γ' πληθ. | έχουν αποφύγει | είχαν αποφύγει | θα έχουν αποφύγει | να έχουν αποφύγει |
| |
Παθητική φωνή: → λείπει η κλίση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αποφεύγω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα απο- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)