Μετάβαση στο περιεχόμενο

αβάκα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αβάκα < άγνωστης ετυμολογίας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αβάκα θηλυκό (ιδιωματικό)

  1. (Άρτα. Κεφαλονιά. Παξοί. Λακωνία, Μάνη.) κοινή κατάθεση χρησμάτων σε οικονομική συμφωνία
  2. (γενικότερα, Πελοπόννησος) συμφωνία
    παράδειγμα  έχω αβάκα με κάποιον (έχω συμφωνία με κάποιον)

Επίρρημα

[επεξεργασία]

αβάκα (επτανησιακό ιδίωμα)

  • ἀβάκα - ⌘ Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (1933‑2022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)



Τσακωνικά (tsd)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αβάκα < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈva.ka/
τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐βά‐κα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

αβάκα (τροπικό επίρρημα)