αβάκα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αβάκα < άγνωστης ετυμολογίας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αβάκα θηλυκό (ιδιωματικό)
- (Άρτα. Κεφαλονιά. Παξοί. Λακωνία, Μάνη.) κοινή κατάθεση χρησμάτων σε οικονομική συμφωνία
- (γενικότερα, Πελοπόννησος) συμφωνία
έχω αβάκα με κάποιον (έχω συμφωνία με κάποιον)
Επίρρημα
[επεξεργασία]αβάκα (επτανησιακό ιδίωμα)
- (Ζάκυνθος, Κεφαλονιά) από κοινού, συνεταιρικά
- Κεφαλονιά: ≈ συνώνυμα: συντροφικάτα
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀβάκα - ⌘ Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (1933‑2022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)
Τσακωνικά (tsd)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αβάκα < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈva.ka/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐βά‐κα
Επίρρημα
[επεξεργασία]αβάκα (τροπικό επίρρημα)
Πηγές
[επεξεργασία]- αβάκα - σελ.2.jpg, τόμ.1 - Θανάσης Κωστάκης Λεξικό της τσακωνικής διαλέκτου. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών, τόμοι Α', Β' 1986, τόμος Γ' 1987), Τόμος 1ος@academyofathens
Κατηγορίες:
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (νέα ελληνικά)
- Τσακωνικά
- Ουσιαστικά (τσακωνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Επιρρήματα (τσακωνικά)
- Επτανησιακά ιδιώματα
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (τσακωνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (τσακωνικά)
- Τροπικά επιρρήματα (τσακωνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)