ίχνος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ίχνος | τα | ίχνη |
| γενική | του | ίχνους | των | ιχνών |
| αιτιατική | το | ίχνος | τα | ίχνη |
| κλητική | ίχνος | ίχνη | ||
| Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ίχνος < αρχαία ελληνική ἴχνος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ei (πηγαίνω)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ίχνος ουδέτερο
- το αποτύπωμα που αφήνει στο έδαφος οτιδήποτε κινείται (άνθρωπος, ζώο, όχημα)
- (μεταφορικά) οτιδήποτε απομένει από το πέρασμα ενός ανθρώπου ή μιας κατάστασης
από τότε που ο θείος μετανάστευσε στην Αμερική έχουμε χάσει τα ίχνη του
αυτό το τραγικό γεγονός άφησε ανεξίτηλα ίχνη πάνω του
- πολύ μικρή ποσότητα
βρέθηκαν ίχνη βαρέων μετάλλων στο νερό
δεν έδειξε ούτε ίχνος μεταμέλειας- ※ Τον τρόπο της ζωής τον σπουδάζουμε πάντοτε σαν χαμένο παράδεισο. Τον ψηλαφούμε στη στέρηση, στο εκμαγείο της απουσίας του. Έγγλυφο ίχνος του τρόπου της ζωής είναι η πίκρα της μοναξιάς στην ψυχή μας, η ανέραστη μοναχικότητα. (Χρήστος Γιανναράς, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, Δόμος, Αθήνα 1991, σσ. 7-10)
- (μαθηματικά) Ορθή προβολή ή ίχνος ενός σημείου Α πάνω σε μιαν ευθεία ε ονομάζεται το σημείο τομής Α' της ευθείας ε με την κάθετη προς αυτήν που διέρχεται από το Α.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ανιχνεύω
- ανίχνευση
- ανιχνευτής
- → δείτε τη λέξη εξιχνιάζω
- ιχνηλάτης
- ιχνηλατώ
- ιχνολογία
- ιχνοστοιχείο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ίχνος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ίχνος