decrease: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων
Εμφάνιση
Περιεχόμενο που διαγράφηκε Περιεχόμενο που προστέθηκε
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Προχωρημένη επεξεργασία από κινητό |
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Προχωρημένη επεξεργασία από κινητό |
||
| Γραμμή 20: | Γραμμή 20: | ||
*:: Η επιρροή του άρχισε να '''μειώνεται'''. |
*:: Η επιρροή του άρχισε να '''μειώνεται'''. |
||
*: {{eg}} '''''decreased''' demand'' - '''ελαττωμένη''' ζήτηση |
*: {{eg}} '''''decreased''' demand'' - '''ελαττωμένη''' ζήτηση |
||
*: {{eg}} '''''They''' will '''decrease'''our wages.'' |
*: {{eg}} '''''They''' will '''decrease''' our wages.'' |
||
*:: Θα '''ελαττώσουν''' τους μισθούς μας. |
*:: Θα '''ελαττώσουν''' τους μισθούς μας. |
||
*: {{eg}} ''The population of my village '''decreased''' by half.'' |
*: {{eg}} ''The population of my village '''decreased''' by half.'' |
||
Αναθεώρηση της 20:15, 20 Απριλίου 2024
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
| decrease | decreases |
decrease (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- η μείωση, η ελάττωση, η απομείωση
The increase in inflation means, in effect, a decrease in incomes.
- Η άνοδος του πληθωρισμού σημαίνει στην πράξη μείωση των εισοδημάτων.
Αντώνυμα
Ρήμα
| ενεστώτας | decrease |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | decreases |
| αόριστος | decreased |
| παθητική μετοχή | decreased |
| ενεργητική μετοχή | decreasing |
decrease (en) (μάλλον επίσημο)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μειώνω, ελαττώνω
She decreased the speed.
- Μείωσε την ταχύτητα.
His influence started to decrease.
- Η επιρροή του άρχισε να μειώνεται.
decreased demand - ελαττωμένη ζήτηση
They will decrease our wages.
- Θα ελαττώσουν τους μισθούς μας.
The population of my village decreased by half.
- Ο πληθυσμός του χωριού μου ελαττώθηκε στο μισό.
- ≈ συνώνυμα: drop, fall, go down, reduce, shrink και sink