decrease: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων
Εμφάνιση
Περιεχόμενο που διαγράφηκε Περιεχόμενο που προστέθηκε
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Προχωρημένη επεξεργασία από κινητό |
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Προχωρημένη επεξεργασία από κινητό |
||
| Γραμμή 15: | Γραμμή 15: | ||
{{τ|en|{{PAGENAME}}}} (''μάλλον {{ετ|επίσημο|en|0=-}}'') |
{{τ|en|{{PAGENAME}}}} (''μάλλον {{ετ|επίσημο|en|0=-}}'') |
||
* {{μτβ+αμτβ}} [[μειώνω]], [[ελαττώνω]] |
* {{μτβ+αμτβ}} [[μειώνω]], [[ελαττώνω]] |
||
*: {{eg}} '''''She decreased''' the speed.'' |
|||
*:: '''Μείωσε''' την ταχύτητα. |
|||
*: {{eg}} ''His influence started to '''decrease'''.'' |
|||
*:: Η επιρροή του άρχισε να '''μειώνεται'''. |
|||
*: {{eg}} '''''decreased''' demand'' - '''ελαττωμένη''' ζήτηση |
|||
*: {{eg}} '''''They''' will '''decrease'''our wages.'' |
|||
*:: Θα '''ελαττώσουν''' τους μισθούς μας. |
|||
*: {{eg}} ''The population of my village '''decreased''' by half.'' |
|||
*:: Ο πληθυσμός του χωριού μου '''ελαττώθηκε''' στο μισό. |
|||
*: {{συνών}} {{cf|lang=en|drop|fall|go down|reduce|shrink|sink|00=-}} |
|||
===={{αντώνυμα}}==== |
===={{αντώνυμα}}==== |
||
Αναθεώρηση της 20:12, 20 Απριλίου 2024
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
| decrease | decreases |
decrease (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- η μείωση, η ελάττωση, η απομείωση
The increase in inflation means, in effect, a decrease in incomes.
- Η άνοδος του πληθωρισμού σημαίνει στην πράξη μείωση των εισοδημάτων.
Αντώνυμα
Ρήμα
| ενεστώτας | decrease |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | decreases |
| αόριστος | decreased |
| παθητική μετοχή | decreased |
| ενεργητική μετοχή | decreasing |
decrease (en) (μάλλον επίσημο)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μειώνω, ελαττώνω
She decreased the speed.
- Μείωσε την ταχύτητα.
His influence started to decrease.
- Η επιρροή του άρχισε να μειώνεται.
decreased demand - ελαττωμένη ζήτηση
They will decreaseour wages.
- Θα ελαττώσουν τους μισθούς μας.
The population of my village decreased by half.
- Ο πληθυσμός του χωριού μου ελαττώθηκε στο μισό.
- ≈ συνώνυμα: drop, fall, go down, reduce, shrink και sink