decrease: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων
Εμφάνιση
Περιεχόμενο που διαγράφηκε Περιεχόμενο που προστέθηκε
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Προχωρημένη επεξεργασία από κινητό |
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Προχωρημένη επεξεργασία από κινητό |
||
| Γραμμή 3: | Γραμμή 3: | ||
==={{ουσιαστικό|en}}=== |
==={{ουσιαστικό|en}}=== |
||
{{en-noun-s}} |
{{en-noun-s}} |
||
{{τ|en|{{PAGENAME}}}} |
{{τ|en|{{PAGENAME}}}} {{count uncount}} |
||
* η [[μείωση]], η [[ελάττωση]], η [[απομείωση]] |
* η [[μείωση]], η [[ελάττωση]], η [[απομείωση]] |
||
*: {{eg}} ''The increase in inflation means, in effect, a '''decrease''' in incomes.'' |
*: {{eg}} ''The increase in inflation means, in effect, a '''decrease''' in incomes.'' |
||
Αναθεώρηση της 20:02, 20 Απριλίου 2024
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
| decrease | decreases |
decrease (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- η μείωση, η ελάττωση, η απομείωση
The increase in inflation means, in effect, a decrease in incomes.
- Η άνοδος του πληθωρισμού σημαίνει στην πράξη μείωση των εισοδημάτων.
Αντώνυμα
Ρήμα
| ενεστώτας | decrease |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | decreases |
| αόριστος | decreased |
| παθητική μετοχή | decreased |
| ενεργητική μετοχή | decreasing |
decrease (en) (μάλλον επίσημο)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μειώνω, ελαττώνω