• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
decrease n(reduction)μείωση ουσ θηλ
 The government's decrease in spending caused hardship for some families.
 Η μείωση των δαπανών από την κυβέρνηση δημιούργησε δυσκολίες σε κάποιες οικογένειες.
decrease n(lower amount)μείωση ουσ θηλ
 (μεταφορικά)πτώση ουσ θηλ
 These figures represent a decrease of 15%.
 Τα νούμερα αυτά απεικονίζουν μία πτώση (or: μείωση) της τάξης του 15%.
decrease⇒ vi(go down)μειώνομαι, ελαττώνομαι ρ αμ
 (μεταφορικά)πέφτω ρ αμ
 Water consumption needs to decrease if we are to avoid a drought.
 Η κατανάλωση νερού πρέπει να μειωθεί (or: ελαττωθεί) για να αποφύγουμε την ανομβρία.
decrease [sth]⇒ vtr(make less, fewer, lower)μειώνω, ελαττώνω ρ μ
 (μεταφορικά, καθομιλουμένη)κόβω ρ μ
 The company decreased its training budget.
 Η εταιρεία μείωσε τον προϋπολογισμό της για την εκπαίδευση.
decrease in number v expr(become fewer)μειώνομαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)λιγοστεύω ρ αμ
 The attacks have decreased in number and in intensity.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'decrease.' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση decrease. στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Χρήστες Chrome: Χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.