Η «Aqua Marina» του Βασίλη, στη Βουλιαγμένη
Η «Aqua Marina» του Βασίλη, στη Βουλιαγμένη
Η «Aqua Marina» πουλήθηκε; Η «Aqua Marina» του Βασίλη, του Βασιλάκη μας; Καιρό τώρα δεν τον βλέπαμε στη σταθερή θέση του, καθισμένος δίπλα στην πόρτα αλλά πάντα ετοιμοπρόθυμος να εξυπηρετήσει ο ίδιος τούς παλιούς πελάτες. Ο σερβιτόρος, ο μόνος παλιός, μας έλεγε ψιθυριστά, συνωμοτικά «Ασ’ τα να πάνε! Δεν είναι καλά ο Βασίλης. Ε, τι τα θες; Γεράσαμε». Και ήταν εκείνος ο πληθυντικός αριθμός στην πληροφορία, που αυτόματα άλλαζε τον καιρό μας…
Σαν μια ξαφνική βροχή που δεν την περιμένεις, σε μια ήλιου μέρα. Για πότε συννέφιαζε ο ουρανός μας! «Γεράσαμε». Μαζί του όλοι εμείς. Και ας μας χώριζαν χρόνια και χρόνια, και ας έχει την ηλικία της μάνας μου. Εν τέλει ο Βασίλης είχε τις ηλικίες όλων μας.
Αν ο Διονύσης, ο μέγας τραγουδοποιός, όριζε τον χρόνο ως «μα ο χρόνος ο αληθινός, είναι ο γιος μας ο μεγάλος και ο μικρός», ο Βασιλάκης όριζε τον χρόνο ως τις μνήμες μας από την παρουσία μας στο Ζαχαροπλαστείο του. Τα ζαχαροπλαστεία ενός «κάποτε» είναι, ήταν, τα απόλυτα τοπόσημα και οι απόλυτοι μετρητές χρόνων. Η «Aqua Marina» ήταν το τοπόσημο της Βουλιαγμένης. Ποια άλλα ήταν; Η «Ωκεανίδα» με τη σκεπή ως κυματάκι και στο άκρο της το «Elias ski school», ο «Αστέρας» με την πλαζ αλλά και με το εστιατόριό μέσα στην πλαζ, εν λειτουργία, οι «Μούσες» με τον Αλόρα, αλλά κυρίως ο εμβληματικός Γρηγόρης Κασιδόκωστας να μας μαθαίνει σκι εκτοξεύοντας όλη την γκάμα βρισιών, με κυριότερη το «Γαμώ τον Δία μου!». Το «Moorings», δηλαδή η Μαρίνα. Ο Ομιλος με τα βραχάκια του για τα ερωτικά ραντεβού. Kαι το «Σινέ Ακτή». Μιλάω για χρόνια που τα αγόρια φορούσαν κολόνια Aramis και Lacoste τα κορίτσια Fidji και Σκλιά παπούτσια.
Η «Aqua Marina» πουλήθηκε; Περπατάω με το μυαλό μου τον χώρο. Αριστερά τα ψυγεία. Γεύομαι νοητά το ποντικάκι, την τετράγωνη, την πάστα πορτοκάλι. Συνεχίζω στο άλλο ψυγείο με τα μικρότερα γλυκά, αυτά των επισκέψεων. Τα εκλεράκια, τα σουδάκια. Πάνω από τα ψυγεία χαζεύω τα μπιμπελό, τις φοντανιέρες. Απέναντι όλα τα μπισκοτοειδή, κλέβω ένα μπισκοτάκι που έχει μαρμελάδα και άχνη ζάχαρη. Ανεβαίνω στο πατάρι. Αδειο για χρόνια και χρόνια. Ποιος να ανέβαινε στο πατάρι. Μα είχα ανέβει με εκείνο το αγόρι στο πρώτο μας ραντεβού, να είμαι προστατευμένη, να μη με δουν οι γονείς. Και συνειδητοποιώ ότι ο Βασίλης ήταν ο πιο διακριτικός άνθρωπος του κόσμου. Ποτέ δεν πρόδωσε μυστικό μας. Και ας είχε όλο το ερωτικό παλμαρέ όλων μας.
Νοητά στήνω πελάτες στον χώρο. «Βλέπω» τον πατέρα μου να μπαίνει πάντα βιαστικός να αγοράζει τρούφες. Ακούω τη φωνή του να μιλάει με τον Βασίλη. Βλέπω ξανά τον πατέρα μου με τη φόρμα της γυμναστικής του μια Κυριακή και τα σκυλιά του, όλα… Πόσα σκυλιά! Πάντα από τον δρόμο. Δεν εξυπακουόταν αυτό τα χρόνια του ’70. Βλέπω τον κύριο Μιχάλη με την κυρία Αλικούλα να γεύονται τη σπανακόπιτα και τον Γιαννάκη τους να περνάει για λίγο.
Μα κυρίως βλέπω εμάς, του ’60 τους εκδρομείς. Με τα παρατσούκλια της νιότης. Τον Βάτραχο, τον Γάντζο, τον Γέρο. Βλέπω τα μηχανάκια μας, τα 50άρια Hondaκια, εκείνα που ακούγονταν σαν κουνούπια, παρκαρισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Μας βλέπω να παραγγέλνουμε μακαρονάδα σπέσιαλ, τι κρίμα που την κατήργησε, και σνίτσελ οπωσδήποτε ή χόφμαν, μπορεί και ομελέτα. Ή το σαγανάκι μέσα στο τσίγκινο. Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να φύγουμε χωρίς Σικάγο παγωτό, Αρμενοβίλ, πες μελπά, παρφέ κρέμα. Ω Θεέ της γεύσης…Προφιτερόλ! Μου λείπουν όλες οι γεύσεις ήδη.
Αγωνιώ τι θα κρατήσει απ΄όλα αυτά ο επενδυτής. Δεν μπορεί, διάβολε, να μας θανατώσει άσπλαχνα! Και την ίδια στιγμή αμφιταλαντεύεται η ψυχή μου, ότι ακόμα και αν τα διατηρήσει όλα, άραγε θα υπάρχει άλλος που να μαγειρεύει τόσο δεξιοτεχνικά το σνίτσελ με το κατσαρό βουτυράκι επάνω του και τη φλούδα λεμόνι, όπως ο Θανάσης; Αλλά κι αν τα μαγειρεύει ακριβώς ίδια, θα υπάρχει ο Βασιλάκης να επιτηρεί ότι όλα γίνονται σωστά; Μα ο χρόνος ο αληθινός… Είναι αυτά που χάνονται και ωστόσο μένουν μέσα μας ως κωδικοί γενιάς.
Αποχαιρετώ. Με εκείνη τη μελαγχολία της κηδείας που δεν χρειάζονται εξηγήσεις οι παρευρισκόμενοι, απλώς κοιτάζονται στα μάτια και κουνάνε το κεφάλι. Και κάπως τους πιάνει να πάνε τη συζήτηση σε υψηλότερα, πανανθρώπινα, άλυτα αινίγματα, όπως… «Τι είναι ο άνθρωπος!». Ετσι δεν θρηνούσαν με αξιοπρεπή πόνο και δέος οι παλιοί;
Ετσι θα μελαγχοθρηνήσω κι εγώ κουνώντας το κεφάλι. «Τι είναι τα τοπόσημα ζαχαροπλαστεία κάθε γενιάς!». Είναι πολλά περισσότερα από όσα μπορείς να φανταστείς. Και βουρκωμένη τρέχω να παραλάβω την εγγονή μου από την απέναντι πλευρά της πλατείας. Από το «Sofi’s». Εκεί που η Εριέττα χτίζει τις δικές της αναμνήσεις… Με Sesame bagel και Matcha smoothie… Aσ’ τα να πάνε… Βασιλάκη, σε φιλώ με διαχρονική εκτίμηση και αγάπη γενεών. Aqua, δηλαδή νερό. Σαν τη ζωή μας… Νεράκι, Βασιλάκη, νεράκι… Σαν νεράκι…
ΥΓ. Ηδη κυκλοφορεί μια νέα φήμη που λέει ότι η πώληση είναι fake news. Σημεία των καιρών κι αυτά. Ποιoς μπορεί να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα; Αυτό όμως που πάντα θα λάμπει, πεντακάθαρο αλήθειας είναι, το βαθύ συναίσθημα της αγάπης. Ας μείνει αυτό! Και ο Θεός των ιερών μνημείων της καθημερινότητας ας βάλει το χέρι του!
Ακολούθησε το Protagon στο Google News
Πρόσθεσε το Protagon ως προτιμώμενη πηγή στη Google
