Μετάβαση στο περιεχόμενο

decrease: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Από Βικιλεξικό
Περιεχόμενο που διαγράφηκε Περιεχόμενο που προστέθηκε
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Προχωρημένη επεξεργασία από κινητό
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Προχωρημένη επεξεργασία από κινητό
 
Γραμμή 28:
*: {{eg}} '''''I’m decreasing''' my expenses.''
*:: '''Περιορίζω''' τα έξοδά μου.
*: {{συνών}} {{cf|lang=en|bring down|cool|cool down|cool off|cut|decline|drop|drop off|fall|fall off|go down|lower|on the decline|plummet|reduce|shrink|sink|slump|tumble|00=-}}
*: {{αντων}} {{l|increase|en}}
 

Τελευταία αναθεώρηση της 03:16, 19 Οκτωβρίου 2024

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
decrease decreases

decrease (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  • η μείωση, η ελάττωση, η απομείωση
    παράδειγμα  The increase in inflation means, in effect, a decrease in incomes.
    Η άνοδος του πληθωρισμού σημαίνει στην πράξη μείωση των εισοδημάτων.

Αντώνυμα

[επεξεργασία]
ενεστώτας decrease
γ΄ ενικό ενεστώτα decreases
αόριστος decreased
παθητική μετοχή decreased
ενεργητική μετοχή decreasing

decrease (en) (μάλλον επίσημο)