Μετάβαση στο περιεχόμενο

decrease: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Από Βικιλεξικό
Περιεχόμενο που διαγράφηκε Περιεχόμενο που προστέθηκε
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Προχωρημένη επεξεργασία από κινητό
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Προχωρημένη επεξεργασία από κινητό
Γραμμή 25: Γραμμή 25:
*:: Ο πληθυσμός του χωριού μου '''ελαττώθηκε''' στο μισό.
*:: Ο πληθυσμός του χωριού μου '''ελαττώθηκε''' στο μισό.
*: {{eg}} ''Our oil stock '''decreased'''.''
*: {{eg}} ''Our oil stock '''decreased'''.''
*:: Τα αποθέματα μας σε πετρέλαιο '''λιγόστεψαν'''.
*:: Τα αποθέματά μας σε πετρέλαιο '''λιγόστεψαν'''.
*: {{eg}} '''''I’m decreasing''' my expenses.''
*: {{eg}} '''''I’m decreasing''' my expenses.''
*:: '''Περιορίζω''' τα έξοδά μου.
*:: '''Περιορίζω''' τα έξοδά μου.

Αναθεώρηση της 22:46, 6 Σεπτεμβρίου 2024

Αγγλικά (en)

Ουσιαστικό

      ενικός         πληθυντικός  
decrease decreases

decrease (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  • η μείωση, η ελάττωση, η απομείωση
    παράδειγμα  The increase in inflation means, in effect, a decrease in incomes.
    Η άνοδος του πληθωρισμού σημαίνει στην πράξη μείωση των εισοδημάτων.

Αντώνυμα

Ρήμα

ενεστώτας decrease
γ΄ ενικό ενεστώτα decreases
αόριστος decreased
παθητική μετοχή decreased
ενεργητική μετοχή decreasing

decrease (en) (μάλλον επίσημο)

Αντώνυμα

Πηγές