decrease: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων
Εμφάνιση
Περιεχόμενο που διαγράφηκε Περιεχόμενο που προστέθηκε
Αντώνυμα : increase |
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Προχωρημένη επεξεργασία από κινητό |
||
| (14 ενδιάμεσες αναθεωρήσεις από τον ίδιο χρήστη δεν εμφανίζεται) | |||
| Γραμμή 2: | Γραμμή 2: | ||
==={{ουσιαστικό|en}}=== |
==={{ουσιαστικό|en}}=== |
||
{{ |
{{en-noun-s}} |
||
{{τ|en|{{PAGENAME}}}} {{count uncount}} |
|||
* [[ |
* η [[μείωση]], η [[ελάττωση]], η [[απομείωση]] |
||
*: {{eg}} ''The increase in inflation means, in effect, a '''decrease''' in incomes.'' |
|||
*:: Η άνοδος του πληθωρισμού σημαίνει στην πράξη '''μείωση''' των εισοδημάτων. |
|||
===={{αντώνυμα}}==== |
===={{αντώνυμα}}==== |
||
* |
* {{l|increase|en}} |
||
==={{ρήμα|en}}=== |
|||
{{en-verb-'love'}} |
|||
{{τ|en|{{PAGENAME}}}} (''μάλλον {{ετ|επίσημο|en|0=-}}'') |
|||
* {{μτβ+αμτβ}} [[μειώνω]], [[ελαττώνω]], [[λιγοστεύω]], [[περιορίζω]], κάνω κάτι να γίνει μικρότερο σε μέγεθος, αριθμό κτλ.· γίνομαι μικρότερος σε μέγεθος, αριθμό κτλ. |
|||
*: {{eg}} '''''She decreased''' the speed.'' |
|||
*:: '''Μείωσε''' την ταχύτητα. |
|||
*: {{eg}} ''His influence started to '''decrease'''.'' |
|||
*:: Η επιρροή του άρχισε να '''μειώνεται'''. |
|||
*: {{eg}} '''''decreased''' demand'' - '''ελαττωμένη''' ζήτηση |
|||
*: {{eg}} '''''They''' will '''decrease''' our wages.'' |
|||
*:: Θα '''ελαττώσουν''' τους μισθούς μας. |
|||
*: {{eg}} ''The population of my village '''decreased''' by half.'' |
|||
*:: Ο πληθυσμός του χωριού μου '''ελαττώθηκε''' στο μισό. |
|||
*: {{eg}} ''Our oil stock '''decreased'''.'' |
|||
*:: Τα αποθέματά μας σε πετρέλαιο '''λιγόστεψαν'''. |
|||
*: {{eg}} '''''I’m decreasing''' my expenses.'' |
|||
*:: '''Περιορίζω''' τα έξοδά μου. |
|||
*: {{συνών}} {{cf|lang=en|bring down|cool|cool down|cool off|cut|decline|drop|drop off|fall|fall off|go down|lower|on the decline|plummet|reduce|shrink|sink|slump|tumble|00=-}} |
|||
*: {{αντων}} {{l|increase|en}} |
|||
==={{πηγές}}=== |
|||
* {{R:OxLD|decrease_2|decrease (noun)}} |
|||
* {{R:OxLD|decrease_1|decrease (verb)}} |
|||
Τελευταία αναθεώρηση της 03:16, 19 Οκτωβρίου 2024
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| decrease | decreases |
decrease (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- η μείωση, η ελάττωση, η απομείωση
The increase in inflation means, in effect, a decrease in incomes.
- Η άνοδος του πληθωρισμού σημαίνει στην πράξη μείωση των εισοδημάτων.
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | decrease |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | decreases |
| αόριστος | decreased |
| παθητική μετοχή | decreased |
| ενεργητική μετοχή | decreasing |
decrease (en) (μάλλον επίσημο)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μειώνω, ελαττώνω, λιγοστεύω, περιορίζω, κάνω κάτι να γίνει μικρότερο σε μέγεθος, αριθμό κτλ.· γίνομαι μικρότερος σε μέγεθος, αριθμό κτλ.
She decreased the speed.
- Μείωσε την ταχύτητα.
His influence started to decrease.
- Η επιρροή του άρχισε να μειώνεται.
decreased demand - ελαττωμένη ζήτηση
They will decrease our wages.
- Θα ελαττώσουν τους μισθούς μας.
The population of my village decreased by half.
- Ο πληθυσμός του χωριού μου ελαττώθηκε στο μισό.
Our oil stock decreased.
- Τα αποθέματά μας σε πετρέλαιο λιγόστεψαν.
I’m decreasing my expenses.
- Περιορίζω τα έξοδά μου.
- ≈ συνώνυμα: bring down, cool, cool down, cool off, cut, decline, drop, drop off, fall, fall off, go down, lower, on the decline, plummet και reduce
- ≠ αντώνυμα: increase